Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

ΝΕΟΤΕΡΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΦΥΛΑΞΗ ΤΩΝ ΒΛΑΣΤΟΚΥΤΤΑΡΩΝ ΤΟΥ ΠΛΑΚΟΥΝΤΑ

Το αίμα του πλακούντα έχει καθιερωθεί διεθνώς ως μια από τις σημαντικότερες πηγές συλλογής υγιών βλαστοκυττάρων χρήσιμων για θεραπείες κακοήθων, κληρονομικών  και αυτοάνοσων ασθενειών, καθώς και  εφαρμογών στην ανάπλαση ιστών.

Ποιά είναι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της χρήσης  των βλαστοκυττάρων που προέρχονται από το ομφαλικό αίμα;
Τα βλαστοκύτταρα του ομφαλικού αίματος είναι απόλυτα συμβατά με το ίδιο το παιδί στο οποίο και του  ανήκουν. Για το λόγο αυτόν σήμερα χρησιμοποιούνται σε κλινικές μελέτες για τη θεραπεία αυτοάνοσων ασθενειών μεταξύ αυτών και του σακχαρώδη διαβήτη. Για τον ίδιο λόγο επίσης χρησιμοποιούνται για την αποκατάσταση του εγκεφάλου στα παιδιά με εγκεφαλική παράλυση, η οποία προκλήθηκε λόγω επιπλοκών κατά τον τοκετό. Επειδή η ιστοσυμβατότητα κληρονομείται υπάρχει σημαντικού βαθμού ιστοσυμβατότητα και με άλλα μέλη της οικογένειας, η οποία αποδεικνύεται με συγκεκριμένες εξετάσεις.
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της χρήσης των βλαστοκυττάρων του ομφαλικού αίματος είναι οτι δεν απαιτείται απόλυτη ιστοσυμβατότητα  μεταξύ ασθενούς και δότη για να γίνει η μεταμόσχευση, λόγω του ότι τα βλαστοκύτταρα είναι πολύ νεαρά και δεν έχουν αναπτύξει την  πλήρη ταυτότητα τους. Για το λόγο αυτόν τα ποσοστά απόρριψης τους είναι πολύ χαμηλότερα. Η πιθανότητα μετάδοσης μολυσματικής ασθένειας  είναι ελάχιστη σε σχέση με τα μοσχεύματα του μυελού των οστών.

Ο χρόνος ανεύρεσης και παράδοσης ενός μοσχεύματος  του πλακούντα είναι μηδενικός όταν ήδη ο ασθενής έχει φυλάξει το μόσχευμά του, 3 εβδομάδες όταν αναζητείται από δημόσια τράπεζα, ενώ αντίστοιχα για τον  μυελό των οστών είναι 51 ημέρες1.     Ο χρόνος αυτός είναι πολύτιμος για την  πορεία της υγείας του ασθενούς, ο οποίος περιμένει το μόσχευμα.
Το σημαντικότερο μειονέκτημα από τη χορήγηση αυτών των βλαστοκυττάρων είναι ενδεχομένως ο μικρός αριθμός τους σε σχέση με το βάρος του ασθενούς. Για το λόγο αυτόν σήμερα χρησιμοποιούνται και επιπρόσθετες μέθοδοι διπλής συλλογής, όπου εκτός από τη λήψη με  παρακέντηση των αγγείων του ομφαλίου λώρου εφαρμόζεται ειδική επεξεργασία στον πλακούντα για τη λήψη του υπολοίπου που παραμένει μέσα σε αυτόν ή βρίσκεται σε πειραματική φάση κυτταρικός πολλαπλασιασμός. Tα τελευταία χρόνια χορηγούνται δύο ομφαλικά μοσχεύματα για να ξεπεραστεί το πρόβλημα του μικρού αριθμού σε σχέση με το βάρος των ασθενών.

Ποιοί είναι οι κίνδυνοι από την αυτόλογη και την αλλογενή μεταμόσχευση;
Στην αλλογενή μεταμόσχευση μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει μόσχευμα είτε από άγνωστο δότη, μέσω της δημόσιας τράπεζας, είτε από ιστοσυμβατό αδελφό. Στην περίπτωση που χρησιμοποιηθούν βλαστοκύτταρα από ιστοσυμβατό αδελφό τα ποσοστά επιβίωσης του αδελφού είναι πολύ υψηλότερα και  οι επιπλοκές πολύ λιγότερες 2,3,4 . Μεταμοσχεύσεις με βλαστοκύτταρα από άγνωστο δότη εμφανίζουν σε ποσοστό έως  45% φαινόμενα  απόρριψης τα πρώτα πέντε έτη, διότι παρά την εργαστηριακά τεκμηριωμένη  ιστοσυμβατότητα  το μόσχευμα τελικά δεν μπορεί να ενσωματωθεί στο σώμα του ασθενή 5. Όλοι οι ασθενείς μετά την αλλογενή  μεταμόσχευση συνεχίζουν να παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα για την προστασία των μοσχευμάτων από την απόρριψη. Είναι γνωστό ότι τα φάρμακα αυτά προκαλούν σοβαρές παρενέργειες σε πολλά όργανα.  Στις επιπλοκές της αλλογενούς μεταμόσχευσης αναφέρεται η εμφάνιση δερματικών κακοήθων όγκων, αλλά και άλλων όγκων επιθηλιακής  προέλευσης 6,  υπέρτασης και σακχαρώδους διαβήτη7.
 Στην αυτόλογη μεταμόσχευση υπάρχει 100% συμβατότητα του ασθενούς με τα βλαστοκύτταρά του και αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημα, αλλά συγχρόνως και μειονέκτημα στις θεραπείες των λευχαιμιών.  Ενώ ο κίνδυνος της απόρριψης είναι μηδενικός, εάν διαφύγουν της χημειοθεραπείας-ακτινοβολίας,  η οποία προηγείται  της μεταμόσχευσης, λευχαιμικά κύτταρα και εξακολουθήσουν να κυκλοφορούν στο σώμα του ασθενή, αυτά δεν αναγνωρίζονται ως ξένα κύτταρα και δεν καταστρέφονται  από τα κύτταρα του μοσχεύματος. Για το λόγο αυτό υπάρχει κίνδυνος αναζωπύρωσης της νόσου. Από την άλλη όμως πλευρά όσο πιο επιθετικό είναι ένα αλλογενές μόσχευμα προς τα υπολειπόμενα λευχαιμικά κύτταρα, τόσο είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος της απόρριψης είτε του μοσχεύματος, είτε των οργάνων του ασθενούς.  Το ιδανικό  βέβαια μόσχευμα θα ήταν αυτό που ταυτόχρονα έχει αντιλευχαιμική δράση, αλλά δεν προκαλεί απόρριψη.  Χρειάζεται  μια λεπτή ισορροπία μεταξύ των δύο ανοσοποιητικών συστημάτων, του δότη και του ασθενούς. Για το λόγο αυτόν σήμερα πολλές έρευνες στρέφονται σε μεθόδους  ενίσχυσης της αντιλευχαιμικής δράσης του μοσχεύματος με πολλαπλασιασμό των κυττάρων φυσικών φονέων, (Νatural Κiller Cells) του ομφαλοπλακουντιακού αίματος 8. Η μέθοδος αυτή  έχει το πλεονέκτημα οτι θα αυξήσει το όριο ηλικίας για τις αλλογενείς μεταμοσχεύσεις και  δεν θα απαιτείται ισχυρή χημειοθεραπεία πριν τη μεταμόσχευση.
Το 2010 δημοσιεύτηκε μια μελέτη από τον Τομέα Αιματολογίας του Πανεπιστημίου του Manchester Royal Infirmary της Αγγλίας από τον Daniel Howard Wiseman ο οποίος αναφέρει οτι το 30% των υγιών ανθρώπων μεταφέρουν στο αίμα τους προλευχαιμικούς κλώνους και το 24% ενεργοποιημένα γονίδια για το λέμφωμα.  25% των νεογέννητων φέρουν στο αίμα τους προλευχαιμικούς κλώνους αλλά μόνο το 1% των παιδιών θα αναπτύξουν στα επόμενα χρόνια λευχαιμία. Στα υπόλοιπα παιδιά οι προλευχαιμικοί κλώνοι σιγά-σιγά θα απομακρυνθούν από το σώμα τoυς, χωρίς επίπτωση στην υγεία τους. Το πλέον όμως σημαντικό από τη μελέτη αυτή είναι οτι το 5% των υποτροπών της λευχαιμίας μετά από αλλογενή μεταμόσχευση οφείλεται σε εμφάνιση της λευχαιμίας στα κύτταρα του δότη και όχι σε υποτροπή της αρχικής λευχαιμίας. To γεγονός αυτό εξηγείται από την παρουσία προλευχαιμικών κλώνων στο μόσχευμα, οι οποίοι και δεν εξετάζονται όταν γίνεται η μεταμόσχευση. Στις περιπτώσεις αυτές παρακολουθείται και ο δότης, εφ όσον είναι γνωστός,  διότι και ο ίδιος είναι πολύ πιθανόν να εμφανίσει την ανάλογη μορφή λευχαιμίας. Η ύπαρξη προλευχαιμικών κλώνων στο αίμα είτε του πλακούντα είτε  των ενηλίκων είναι μια πραγματικότητα. Κατά την κρυοσυντήρηση των βλαστοκυττάρων δεν γίνονται εξετάσεις για την ανίχνευση προλευχαιμικών κλώνων, ούτε στη δημόσια ούτε στην ιδιωτική φύλαξη, διότι τέτοιου είδους εξετάσεις δεν προβλέπονται από το νόμο.  Στην ιδιωτική φύλαξη επειδή τα βλαστοκύτταρα φυλάσσονται επώνυμα υπάρχει η δυνατότητα να εξεταστεί το μόσχευμα ως προς την ύπαρξη προλευχαιμικών κλώνων. Στη δημόσια φύλαξη επειδή τα μοσχεύματα φυλάσσονται ανώνυμα   ο δότης και τα βλαστοκύτταρά του δεν ταυτοποιούνται.  Εάν ο δότης προκύψει στο μέλλον να γίνει ασθενής, τα βλαστοκύτταρά του δεν μπορούν να εξεταστούν ως προς την ύπαρξη προλευχαιμικών κλώνων  επειδή φυλάσσονται ανώνυμα.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΛΙΑΚΟΣ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΒΙΟΧΗΜΕΙΑΣ

--------------------------------------------------------------------------------------------------------
                                                                      REFERENCES

  1. National Marrow Donor Program: 2009
  2. Ferra C et all 2010, Biol Blood Marrow Transpl 16 (7):957-66.
  3. Shaw PJ et al 2010, Blood 116 (19):400-15.
  4. Moore J et al 2007. Biol Bone Marrow Transpl 13(5):601-7).
  5. Smith R.A. et al 2009, Biol Blood Marrow Trans, 15:1086-1093.
  6. Navneet S Majhail et al 2011. Blood  Vol 117 (1):316-322.
  7. Naveet S Majhail et al 2009. Biol Blood Marrow Transp 15 (9):1100-1107.
  8. Boissel L et al 2008, Biol Bone Marrow Transp 14:1031-1038.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου