Follow on Bloglovin

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Οσα Θέλετε να Ξέρετε για τα Βλαστοκύτταρα.

1.     Τι είναι τα βλαστικά κύτταρα;
Τα βλαστικά κύτταρα είναι έξυπνα κύτταρα του οργανισμού μας, ικανά να επιδιορθώσουν βλάβες των οργάνων του σώματός μας.  
2.     Πόσο χρήσιμα είναι για τον ανθρώπινο οργανισμό;
Είναι κύτταρα απαραίτητα για την ανάπτυξη και την ανανέωση του οργανισμού. Σήμερα γνωρίζουμε ότι βλαστοκύτταρα υπάρχουν σε όλα τα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού, ο αριθμός τους όμως μειώνεται όσο μεγαλώνει η ηλικία. Έτσι τα παιδιά έχουν μεγάλη ικανότητα να ανανήψουν από τραυματισμούς και νόσους σε συντομότερο χρόνο από ότι οι ενήλικοι. 

3.     Σε ποιες ασθένειες μπορούν να βοηθήσουν και σε πόσο σημαντικό βαθμό συμβάλλουν στην ίαση της ασθένειας;
Ενδεικτικά, τα βλαστοκύτταρα χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία  της λευχαιμίας και   του παιδικού καρκίνου, για τα αυτοάνοσα νοσήματα όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, ο νεανικός σακχαρώδης διαβήτης, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και  ο ερηθυματώδης λύκος, και στην αναγεννητική ιατρική για την ανάπλαση οργάνων,  όπως στην καρδιακή ανεπάρκεια, στην πνευμονική ίνωση και στην εγκεφαλική παράλυση.

4.     Μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα βλαστοκύτταρα του ίδιου του παιδιού για τη θεραπεία της λευχαιμίας του;

Η απάντηση είναι ναι, τα βλαστοκύτταρα του παιδιού μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία της λευχαιμίας. Εάν το παιδί νοσήσει στα πρώτα χρόνια ζωής του, τότε τα βλαστοκύτταρά του θα πρέπει να εξεταστούν για την ύπαρξη προλευχαιμικών κλώνων. Αν οι προλευχαιμικοί κλώνοι εμφανίστηκαν μετά τον τοκετό τότε τα κύτταρα είναι υγιή και μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το ίδιο το παιδί. Για μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες δεν τίθεται θέμα αναζήτησης προλευχαιμικών κλώνων διότι έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη γέννηση μέχρι την εκδήλωση της νόσου και τα βλαστοκύτταρα θεωρούνται υγιή για να χρησιμοποιηθούν.

5.     Ποιο είναι το κόστος για τη συλλογή και τη φύλαξη τους για μια οικογένεια;
Η Biohellenika προσφέρει προγράμματα φύλαξης βλαστοκυττάρων προσαρμοσμένα ειδικά στις ανάγκες κάθε οικογένειας. Μετά από λεπτομερή ενημέρωση από το ιατρικό προσωπικό της εταιρείας, οι γονείς επιλέγουν το πρόγραμμα που τους εξυπηρετεί. Γενικά το κόστος φύλαξης των βλαστοκυττάρων είναι προσιτό σε όλες τις οικογένειες στην Ελλάδα και ειδικά εμείς στη Biohellenika προσφέρουμε προνομιακά οικονομικά προγράμματα σε ειδικές κοινωνικές ομάδες με ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής.
6.     Εάν μιλούσαμε με αριθμούς τι πιθανότητα θα δίνατε για μια συλλογή που γίνεται σήμερα να είναι απαραίτητη σε κάποια φάση για το άτομο στην ζωή του;
Η πιθανότητα να χρησιμοποιήσει κανείς τα βλαστοκύτταρά του από το ομφαλικό αίμα για τη θεραπεία του καρκίνου ή της λευχαιμίας στα πρώτα 20 χρόνια της ζωής του υπολογίζεται σε 1/2000, ενώ με όλες τις σημερινές εφαρμογές η πιθανότητα αυτή ανέρχεται στο 1/170 για όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Επίσης, σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου της Αριζόνα έχει υπολογισθεί ότι το 1/3 τουλάχιστον του σημερινού πληθυσμού άνω των 65 ετών θα μπορούσε να είχε ωφεληθεί με σημερινές εφαρμογές εάν είχαν φυλαχθεί τα βλαστοκύτταρά τους κατά τη γέννηση.
Τελικά με την πρόοδο της επιστήμης πιστεύουμε ότι κάποια στιγμή όλα τα δείγματα που φυλάσσονται θα χρησιμοποιηθούν.

7.     Εάν δεν υπάρχουν τα βλαστοκύτταρα του ενός παιδιού αλλά έχει το αδελφάκι του πόσο χρήσιμα μπορούν να είναι για το παιδί που δεν έχει δικά του;
Σε περιπτώσεις κληρονομικών και αιματολογικών ασθενειών, τα βλαστοκύτταρα το ομφαλοπλακουντιακού αίματος ενός αδερφού μπορεί να αποδειχθούν σωτήρια. Σήμερα έχουν γεννηθεί παιδιά με τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης με σκοπό το αίμα του ομφαλίου λώρου τους να σώσει τη ζωή του μεγαλύτερου αδελφού τους. Όταν ο ασθενής δεν έχει τα δικά του βλαστοκύτταρα, το πρώτο άτομο που ελέγχεται ως συμβατός δότης είναι ένας αδερφός του.
8. Θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας;
Φυσικά, τα βλαστοκύτταρα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε όλα τα μέλη της οικογένειας για τη θεραπεία αιματολογικών και κληρονομικών ασθενειών, όπου επιτρέπεται η αλλογενής μεταμόσχευση.
Ακόμη, η διάθεση των βλαστικών κυττάρων στην οικογενειακή φύλαξη είναι άμεση και δε χρειάζεται να δαπανηθεί πολύτιμος χρόνος για τη λήψη των κυττάρων ή την αναζήτηση συμβατού δότη.
8.     Η ποσότητα την οποία συλλέγετε για πόσες φορές θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη. 
Το πιστοποιημένο σύστημα αποθήκευσης της Biohellenika δίνει τη δυνατότητα για πολλαπλές χρήσεις του δείγματος. Βλαστοκύτταρα κατά τον τοκετό μπορούμε να πάρουμε από το ομφαλικό αίμα, τον πλακούντα και τον ιστό του ομφαλίου λώρου. Η ποσότητα που συλλέγεται κάθε φορά είναι διαφορετική και εξαρτάται από ποιες λήψεις θα γίνουν αλλά και τις συνθήκες του τοκετού. Η ολοκληρωμένη υπηρεσία της Biohellenika μας εξασφαλίζει έως και διπλάσια ποσότητα βλαστοκυττάρων συγκριτικά με την απλή λήψη του ομφαλικού αίματος. Τελικά όμως το πόσες φορές μπορεί να χορηγηθεί ένα δείγμα εξαρτάται από το βάρος του ασθενούς και την ασθένειά του.
9.     Υπάρχει μέθοδος η οποία να μπορεί να πολλαπλασιάσει τα βλαστικά κύτταρα που έχουν συλλεχθεί.
Πρόσφατα ανακοινώθηκε επιτυχημένη μεταμόσχευση  βλαστοκυττάρων του πλακούντα μετά από κυτταρικό πολλαπλασιασμό για τη θεραπεία της λευχαιμίας.  Παρόλα αυτά, ακόμα δεν υπάρχει έγκριση για τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων.  Η έρευνα προς την κατεύθυνση αυτή συνεχίζεται και δεν αποκλείεται στο μέλλον ο κυτταρικός πολλαπλασιασμός να αποτελεί ρουτίνα για τα ιατρικά εργαστήρια, με πρώτη ύλη τα βλαστοκύτταρα του πλακούντα.
Παγκοσμίως γίνεται μια διεθνής προσπάθεια επανάληψης των αποτελεσμάτων σχετικά με τον  πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων από 35 εργαστήρια παγκοσμίως, μεταξύ αυτών και της Biohellenika.

10.  Υπάρχουν πολλοί που θεωρούν τα βλαστικά κύτταρα ένα καλοστημένο εμπόριο. Τι θα τους απαντούσατε;
Να ανατρέξουν στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία και να παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις και τους τόμους της βιβλιογραφίας που περιγράφουν τις μελέτες που πραγματοποιούνται με τα βλαστοκύτταρα. Η εξέλιξη της ιατρικής και η πρόληψη για τη μελλοντική υγεία των παιδιών μας δεν είναι εμπόριο, αλλά μια συνεχής προσπάθεια για το καλύτερο. Τα βλαστοκύτταρα είναι μια επανάσταση που όπως κάθε τι νέο πιθανόν να ενοχλεί ορισμένους, επειδή αλλάζει δεδομένα. Ως εκ τούτου ο χαρακτηρισμός εμπόριο, που στη χώρα μας καθ υπερβολή χρησιμοποιείται, οφείλεται στην ελλιπή ενημέρωση της ελληνικής κοινωνίας. 
11.  Τι θα λέγατε σε έναν γονέα που είναι αρνητικός στο να προχωρήσει σε συλλογή βλαστικών κυττάρων για το μωρό του;
Η στιγμή της γέννησης είναι στιγμή χαράς και αισιοδοξίας για την οικογένεια αλλά και μια περίοδος με αυξημένα έξοδα. Έτσι μόνο ένα μικρό ποσοστό των οικογενειών σκέπτεται τη φύλαξη βλαστοκυττάρων κατά τη γέννηση.  Πάντα, η πρώτη ευχή είναι όλα τα παιδιά να είναι γερά! Όλες οι οικογένειες πρέπει να έχουν πρόσβαση στην αντικειμενική και υπεύθυνη ενημέρωση από ιατρούς επιστήμονες και μετά να αποφασίσουν τι πρέπει να κάνουν για τα δικά τους παιδιά. Η τελική επιλογή είναι πάντα του γονέα. Εάν ο γονέας αποφασίσει να μην φυλάξει τα βλαστοκύτταρα, πάντα τον συμβουλεύουμε να τα χαρίσει.
12.  Εκτός από τον ομφάλιο λώρο του μωρού που αλλού μπορούμε να βρούμε βλαστικά κύτταρα; Υπάρχουν και σε έναν ενήλικα;
Βλαστοκύτταρα υπάρχουν στα νεογιλά δόντια, στους φρονιμίτες και στα δόντια  που εξάγονται για ορθοδοντικούς λόγους.
Στους ενήλικες, η Biohellenika πρωτοπορεί και δίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα να φυλάξουν βλαστικά κύτταρα από το λίπος.
Η Biohellenika έως σήμερα έχει υποστηρίξει περισσότερες από 100 εφαρμογές που αφορούν την ανάπλαση ιστών μετά από εγκαύματα, τη θεραπεία του εμφράγματος, της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, της εγκεφαλικής παράλυσης και του αυτισμού. Επίσης, η Biohellenika έχει αναπτύξει τη χρήση βλαστοκυττάρων στην Αισθητική Ιατρική συμβάλλοντας στη διατήρηση της νιότης, της σφριγηλότητας του δέρματος και την αντιμετώπιση της αλωπεκίας.
13.  Η φύλαξη τους που γίνεται;
Η φύλαξη των βλαστοκυττάρων στη Biohellenika γίνεται σε δύο ειδικά διαμορφωμένους  διαφορετικούς και ανεξάρτητους χώρους, στα ιδιόκτητα εργαστήρια στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, στα εργαστήρια του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Η διπλή φύλαξη στοχεύει στη μέγιστη ασφάλεια των δειγμάτων από φυσικούς παράγοντες.
14.  Για πόσα χρόνια;
Τα βλαστοκύτταρα στη Biohellenika φυλάσσονται χωρίς ημερομηνία λήξης, με βάση τις προδιαγραφές που ισχύουν για τα μοναδικά και αναντικατάστατα υλικά. Το πρώτο συμβόλαιο  που υπογράφουν οι γονείς έχει διάρκεια 20 έτη. Στη συνέχεια, όταν παιδί ενηλικιωθεί το συμβόλαιο μεταβιβάζεται αυτόματα στο όνομά του. Στην 20ετία το ενήλικο πλέον παιδί έχει το δικαίωμα ανανέωσης της φύλαξης των βλαστοκυττάρων του.
15. Πόσο πιστεύετε πως θα αλλάξει η ιατρική από τη μαζική φύλαξη βλαστικών κυττάρων που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια;
Τα βλαστοκύτταρα θα δώσουν την ευκαιρία ανάπτυξης εξατομικευμένων φυσικών θεραπειών, χωρίς παρενέργειες, και θα ανοίξουν το δρόμο για πολλές επιπλέον θεραπείες. Έτσι, φαίνεται ότι τα κύτταρα αυτά θα χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία μικρών αυτόλογων οργάνων, για τη θεραπεία νόσων της τρίτης ηλικίας όπως την εκφυλιστική αρθροπάθεια, τη νόσο Πάρκινσον και Αλτσχάιμερ, την αναγέννηση ιστών όπως του δέρματος και  του ήπατος, τη θεραπεία της αναπηρίας από διατομή του νωτιαίου μυελού, το εγκεφαλικό επεισόδιο και το εκτεταμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Επίσης διαφαίνονται χρήσεις για τη θεραπεία της σκλήρυνσης κατά πλάκας, της νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας και των φλεγμονωδών παθήσεων του εντέρου.  Για όλες τις παραπάνω χρήσεις απαιτούνται βλαστοκύτταρα του ίδιου του ασθενούς.
15.  Εκείνοι που δεν θα έχουν δικά τους βλαστικά κύτταρα, με ποιο τρόπο θα μπορούν να ακολουθήσουν τους ρυθμούς της νέας εποχής στην ιατρική;

Σαφώς αυτοί που θα έχουν δικά τους βλαστοκύτταρα που συλλέχθηκαν κατά τη γέννηση  θα έχουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καλύτερων αποτελεσμάτων, γιατί θα χρησιμοποιούν απόλυτα όμοια ανταλλακτικά κύτταρα χωρίς τον κίνδυνο απόρριψης αφού ανήκουν στους ίδιους.


ΚΟΛΙΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ BIOHELLENIKA

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΦΥΛΑΞΗ ΤΩΝ ΒΛΑΣΤΟΚΥΤΤΑΡΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Ποιά είναι η πραγματική απήχηση των υπηρεσιών φύλαξης βλαστοκυττάρων  στην κοινωνία και τί κοστίζουν στις οικονομίες των κρατών;

 Σήμερα διεθνώς είναι καταγεγραμμένοι έντεκα εκατομμύρια δότες μυελού των οστών και ομφαλικού αίματος και παρ όλα αυτά μόνο το 50-70% των ασθενών βρίσκει ένα ιστοσυμβατό μόσχευμα1. Στον ιδιωτικό τομέα μέχρι το 2006 είχαν καταγραφεί 134 ιδιωτικές τράπεζες φύλαξης με συνολικό αριθμό δειγμάτων 780.000 και στο δημόσιο τομέα 54 τράπεζες με 276.000 δείγματα. Αυτό ώθησε τις δημόσιες τράπεζες να ζητήσουν περισσότερες χρηματοδοτήσεις με σκοπό να αυξήσουν τον αριθμό των δειγμάτων τους ώστε περισσότεροι ασθενείς να μπορούν να βρουν ένα ιστοσυμβατό μόσχευμα. Η προσπάθεια αυτή έδειξε οτι  αυξάνοντας τα δείγματά της η δημόσια τράπεζα από τις 50.000 στις 150.000 αυξάνει μόνο κατά 6% την πιθανότητα να βρει ένας ασθενής ένα συμβατό μόσχευμα, ενώ το κόστος του δείγματος αυξάνει από τα 15.336 στα 46.613 δολάρια2. Ταυτόχρονα όμως η δημόσια τράπεζα δεν μπορεί μετέχει σε αυτόλογες θεραπείες,  οι οποίες αναμένεται να αυξηθούν ραγδαία τα αμέσως επόμενα χρόνια. To 2007 1260 ασθενείς στην Αγγλία είχαν ανάγκη μεταμόσχευσης. Εξ αυτών μόνο το 40% κατάφερε να βρει συμβατό μόσχευμα και εξ αυτών το 43% προήλθε από το εξωτερικό αν και η Αγγλία έχει μια δεξαμενή 650.000 εγγεγραμμένων δοτών. Σήμερα στην Αγγλία λειτουργεί μια δημόσια τράπεζα με 11.000 δείγματα  η οποία στοχεύει  στην επόμενη πενταετία να τα αυξήσει στις 20.000 3. Ακόμα και εάν η  τράπεζα της Αγγλίας διέθετε 50.000 δείγματα ομφαλικού αίματος θα είχε  τη δυνατότητα να καλύψει μόνο το 49% των ασθενών και με συμβατότητα 5/6.
Αναλύοντας τα οικονομικά δεδομένα η δημόσια τράπεζα της Αγγλίας κατέληξε οτι για θεραπεία ασθενούς βάρους 38 κιλών και με ποσοστό απόρριψης δειγμάτων 14%, το κόστος ανά δείγμα είναι 920ευρώ. Εάν θέλει να επιλέξει δείγματα τα οποία θα είναι κατάλληλα για σωματικό βάρος ασθενούς 55 κιλών τότε θα απορρίψει το 45% των εισερχόμενων δειγμάτων και το ανάλογο κόστος ανά δείγμα θα είναι 1120 ευρώ. Εάν συνεχίσει ακόμα περισσότερο την επιλογή, τότε απορρίπτοντας το 64% των δειγμάτων θα έχει δείγματα κατάλληλα για θεραπεία ασθενούς βάρους 64 κιλών και ανάλογο κόστος ανά δείγμα 1360 ευρώ.
Το αντίστοιχο κόστος για τις ελληνικές δημόσιες τράπεζες, σύμφωνα με τις  οικονομικές μελέτες  που έχουν δημοσιευτεί το 2009 είναι  2352 ευρώ, ανεξαρτήτως βάρους ασθενούς και η τιμή πώλησης του μοσχεύματος εντός Ελλάδας 6919 ευρώ4 . Το κόστος για τη Γαλλική δημόσια τράπεζα είναι 2100 ευρώ ανά δείγμα.

Η  Αυστραλία σήμερα είναι η χώρα που διαθέτει  το μεγαλύτερο αριθμό δημόσιων δειγμάτων ανά κάτοικο (5.8/10.000). Στη  Γαλλία, η οποία υπήρξε  πρωτοπόρος στις αλλογενείς μεταμοσχεύσεις,  επιτρέπεται μόνο η δημόσια φύλαξη, και απαγορεύεται η οικογενειακή. Παρ όλα αυτά αντιστοιχούν ανά κάτοικο πολύ λιγότερα δείγματα, συγκριτικά με την Αυστραλία (0.8/10.000 κατοίκους)  και φυλάσσονται 5300 μονάδες, από της ίδρυσής της το 1995, με πληθυσμό 63 εκατομμυρίων κατοίκων και κατ έτος αριθμό γεννήσεων 300.000. Η Γαλλία έχει ανακηρύξει τα βλαστοκύτταρα των παιδιών της ως εθνικό πλούτο και απαγορεύει την οικογενειακή φύλαξη. Αντ’ αυτού όμως αποτελεί τη σημαντικότερη εξαγωγό χώρα βλαστοκυττάρων στον κόσμο.  Οι δημόσιες τράπεζες στη Γαλλία για να καλύψουν ένα μέρος από τα έξοδά τους πωλούν έναντι ανταγωνιστικής αμοιβής τα μοσχεύματα τους στο εξωτερικό και για το λόγο αυτό φροντίζουν να αυξάνουν τις εξαγωγές και να ελαττώνουν τις εισαγωγές για να εξοικονομούν συνάλλαγμα.  Στη Γαλλία, παρά την επικράτηση  της δημόσιας φύλαξης,  εισάγεται το 65% των μοσχευμάτων και μόνο το 40% προέρχεται από τις εθνικές τράπεζες. Έτσι παρ όλη την αποκλειστική χρήση των βλαστοκυττάρων από το κράτος, η Γαλλία ξόδεψε μεταξύ των ετών 2000-2005  4,29 εκατομμύρια ευρώ για να εισάγει μοσχεύματα πληρώνοντας 18.000 ευρώ για  κάθε εισαγόμενο δείγμα, ενώ το αντίστοιχο κόστος για τη δική της δημόσια τράπεζα είναι  μόνο 2.100 ευρώ. Το κόστος δείγματος για τη δημόσια τράπεζα της Γαλλίας είναι από τα ακριβότερα στον κόσμο και αυτό αιτιολογείται από τις επενδύσεις που έχει κάνει στην ποιότητα. Ο αριθμός των αποθηκευμένων δειγμάτων στη Γαλλία  σε σχέση με τις ετήσιες γεννήσεις είναι απογοητευτικά μικρός.
Στην Ιταλία παρ ότι δεν επιτρέπεται στο εσωτερικό της η ιδιωτική φύλαξη, κατά μήκος των συνόρων της υπάρχουν οικογενειακές τράπεζες, όπου οι γονείς συχνά αποστέλλουν δείγματα για οικογενειακή φύλαξη. Κατά τα άλλα τα δημόσια νοσοκομεία διατηρούν το δικαίωμα να υπογράφουν συμβάσεις με ιδιωτικές τράπεζες του εξωτερικού και να αποστέλλουν τα βλαστοκύτταρα, κατόπιν αιτήματος των γονέων.  
Στον  υπόλοιπο κόσμο συνυπάρχουν χωρίς ανταγωνισμό οι δημόσιες και οι ιδιωτικές τράπεζες. Η Σιγκαπούρη και η Ιαπωνία μάλιστα βλέποντας τα πλεονεκτήματα της φύλαξης των βλαστοκυττάρων του πλακούντα για την οικογένεια αλλά και για το κοινωνικό σύνολο αποφάσισαν να  επενδύσουν σημαντικά ποσά για τη φύλαξη βλαστοκυττάρων, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα 5.  

Ποιά είναι η δυνατότητα μιας δημόσιας τράπεζας να ανταποκριθεί στις ανάγκες της χώρας που τη χρηματοδοτεί;

Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά, είναι πόσα μοσχεύματα χρειάζεται να διαθέτει μια χώρα για να καλύπτει τις ανάγκες του πληθυσμού της.  Στη χώρα μας η συχνότητα κάποιος να είναι απόλυτα ιστοσυμβατός με έναν άλλο είναι 1/100.000 κατοίκους6 Πρακτικά αυτό σημαίνει οτι αφού εξεταστούν 100.000 άνθρωποι θα βρεθούν δύο απόλυτα ιστοσυμβατοί μεταξύ τους,  οι οποίοι  και θα μπορούν να ανταλλάξουν τα βλαστοκύτταρά τους. Έχει υπολογιστεί οτι  όταν μια δημόσια τράπεζα  διαθέτει 50.000 μοσχεύματα μόνο  το 7% των ασθενών ηλικίας άνω των 20 ετών μπορεί να βρει ένα αποδεκτά συμβατό μόσχευμα ομφαλοπλακουντιακού αίματος με ιστοσυμβατότητα  από 4/6 έως 6/6.  Όταν τα δείγματά της αυξηθούν  από τις 50.000 στις 100.000 το αντίστοιχο ποσοστό ανεβαίνει στο 23%, όταν τα μοσχεύματα αυξηθούν στις 150.000 στο 27%, στις 200.000 στο 28% και στις 300.000 στο 29%. Σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 20 ετών  για αντίστοιχο αριθμό δειγμάτων και αποδεκτή ιστοσυμβατότητα τα ποσοστά αντίστοιχα ανέρχονται στο 32%, 33%, 33%, 34% και 34%. Άρα κατά μέσο όρο μέσα από την πολυπληθέστερη δεξαμενή ομφαλοπλακουντιακών μοσχευμάτων μόνο το 33% των ασθενών θα μπορέσει να βρει ένα ιστοσυμβατό μόσχευμα2 . Διπλασιάζοντας ή πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό των δειγμάτων της μια δημόσια τράπεζα ελάχιστα αυξάνει τη δυνατότητα να βρεθεί από τη δεξαμενή της ένα ιστοσυμβατό μόσχευμα για τους κατοίκους της χώρας της.

Ποιό είναι το οικονομικό κόστος  της  δημόσιας τράπεζας για τη συντήρηση  των δειγμάτων της; 
Το ελάχιστο κόστος μονάδας για μια δημόσια τράπεζα που συντηρεί 50.000 δείγματα ομφαλοπλακουντιακού αίματος (ΟΠΑ) είναι 15336 ευρώ, ενώ το αντίστοιχο κόστος για το μυελό των οστών είναι 30.000 ευρώ.  Το δε κόστος μεταφοράς και απόψυξης ανέρχεται στο 75% των αναφερομένων τιμών.
Για το λόγο αυτό οι δημόσιες τράπεζες  χρεώνουν τα ομφαλοπλακουντιακά μοσχεύματα (ΟΠΑ) που τους ζητούνται πάνω από το υπολογιζόμενο κόστος. Το κόστος ίδρυσης και λειτουργίας μιας δημόσιας τράπεζας ΟΠΑ που συντηρεί 50.000 δείγματα είναι 200 εκατ. ευρώ, και ανέρχεται στο ποσό των 269 εκατ για τράπεζα που συντηρεί 300.000 μονάδες. Τα έσοδα των δημοσίων τραπεζών προέρχονται από κρατικές επιχορηγήσεις και  από την πώληση των δειγμάτων. Επειδή οι χορηγήσεις δειγμάτων είναι περιορισμένες, για το λόγο αυτόν η βιωσιμότητα των δημοσίων τραπεζών εξαρτάται  κυρίως από  κρατικές επιχορηγήσεις 2.  Οι δημόσιες τράπεζες χρεώνουν τα δείγματά τους από 20.000 έως 50.000 ευρώ που ήταν το ανώτατο κόστος δείγματος που αναφέρθηκε και χορηγήθηκε πρόσφατα σε παιδί  το οποίο μεταμοσχεύτηκε χρησιμοποιώντας ένα συμβατό μόσχευμα ανθεκτικό στην προσβολή του ιού του AIDS. Το παιδί αυτό έπασχε από μεσογειακή αναιμία και λόγω των μεταγγίσεων προσβλήθηκε από τον ιό του AIDS7 .

Πότε κάποιος απευθύνεται στη δημόσια τράπεζα;
Οι δημόσιες τράπεζες διεθνώς στηρίζουν εθνικές μειονότητες ή μεικτές οικογένειες που προέρχονται από διαφορετικές εθνικότητες, διότι τα παιδιά των οικογενειών αυτών  όταν αρρωστήσουν από κακοήθη ασθένεια δεν θα μπορέσουν να βρουν εύκολα ένα συμβατό μόσχευμα. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η ανεύρεση  του μοσχεύματος είναι αδύνατη,  επειδή η ιστοσυμβατότητα κληρονομείται και το μόσχευμα ευρίσκεται πιο εύκολα στη φυλή που ανήκει ο ασθενής. Στις μικτές εθνικότητες η ανεύρεση είναι ακόμα πιο δύσκολη.  Οι μειονότητες συνήθως είναι απρόθυμες να ακολουθήσουν τη διαδικασία της δωρεάς βλαστοκυττάρων.       
   Για να ξεκινήσει η διαδικασία της αναζήτησης ενός αιμοποιητικού μοσχεύματος από δημόσια τράπεζα πρώτα εξαντλείται η πιθανότητα της ανεύρεσης συμβατού μοσχεύματος μέσα στην οικογένεια η οποία πιθανότητα ανέρχεται στο 25-30% και επί αρνητικού αποτελέσματος συνεχίζεται η αναζήτηση μέσω δημόσιας τράπεζας. Η επιβίωση των ασθενών από  λευχαιμία όταν πήραν μόσχευμα μέσα από την οικογένεια ήταν 8.1/1.1σε σχέση με αυτούς που πήραν από άγνωστο μη συγγενή δότη8.

ΚΟΛΙΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΒΙΟΧΗΜΕΙΑΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΡΧΕΓΟΝΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ ΕΘΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΡΕΥΝΩΝ

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

                                                                 
                                                                      REFERENCES

  1. Kurtzberg J et al  2009, Curr Opin Pediatr 21(1):22-29
  2. Howard DH, at al 2008. Med Decis Making, 28:243-253
  3. Sergio Querol et al 2009. Haematologica, 94(4):536-541
  4. www.eae.gr/new/LASCM2.pdf
  5.  Gregory Katz-Benichou 2007, Int J Healthcare Technology and Management. 
  6. bioacademy1steditiongreek.pdf
  7. Ανακοίνωση 8th International Cord Blood Transplantation Symposium June 3-5, 2010, San Fransisco CA.
  8. Nivison-Smith et al 2007. Biol Blood Marrow Transplant, 13:905-912

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Αναγέννηση οστών!

Ενα μεγάλο ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα, το REBORNE, υπόσχεται σε πέντε χρόνια αποτελεσματικές θεραπείες με βάση τα βλαστικά κύτταρα για τα προβλήματα του σκελετού και με απώτερο στόχο να χαρίσει σε πολλά άτομα μία ζωή γεμάτη... κίνηση.
Είναι κυριολεκτικώς το «στήριγμά» μας από την ημέρα που γεννιόμαστε ως εκείνη που δεν... πατάμε πλέον στη Γη. Ο σκελετός μας μάς χαρίζει την πολύτιμη κινητικότητα, μας επιτρέπει να περπατάμε, να τρέχουμε, να γυμναζόμαστε, να χορεύουμε, με λίγα λόγια να χαιρόμαστε τη ζωή. Ο ρόλος του είναι καταλυτικός, ωστόσο μάλλον θεωρείται δεδομένος ως τη στιγμή που για κάποιους λόγους το... σύστημα εμφανίσει «βλάβη». Και οι βλάβες του οστικού ιστού συμβαίνουν δυστυχώς συχνά ως αποτέλεσμα του ανελέητου χρόνου που περνά (φανταστείτε μάλιστα ότι η κατάσταση θα γίνεται ολοένα και πιο «εύθραυστη» στα χρόνια που έρχονται λόγω της γήρανσης του παγκόσμιου πληθυσμού) αλλά και άλλων αιτίων όπως οι τραυματισμοί και ασθένειες σαν την οστεοπόρωση και τον καρκίνο.
Ο οστικός ιστός είναι ο ιστός που μεταμοσχεύεται συχνότερα από οποιονδήποτε άλλον- σήμερα μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο περί το 1 εκατομμύριο ασθενείς ετησίως χρειάζονται κάποιου είδους επέμβαση που αφορά μεταμόσχευση οστού. Συγχρόνως οι μεταμοσχεύσεις οστών αποτελούν και ένα ζήτημα ζωτικής σημασίας για τα συστήματα υγείας: η αγορά που αφορά τα υλικά αποκατάστασης οστών αγγίζει αυτή τη στιγμή τα 5 δισ. ευρώ ετησίως, με ετήσια αύξηση της τάξεως του 10% τον χρόνο. Για όλους αυτούς τους λόγους είναι επόμενο οι επιστήμονες να αναζητούν νέες προσεγγίσεις με απώτερο στόχο την αναγέννηση των οστών. Στο πλαίσιο αυτό ένα μεγάλο ευρωπαϊκό πρόγραμμα με τον τίτλο RΕΒΟRΝΕ (αποτελεί το ακρωνύμιο για το «Regenerating Βone Defects using Νew biomedical Εngineering approaches») υπόσχεται να κάνει εκατομμύρια ανθρώπους να γιορτάσουν τα... πρώτα γενέθλια του αναγεννημένου σκελετού τους.

Το πρόγραμμα REBORNE
Με «όπλο» τους τα βλαστικά κύτταρα επιστήμονες από οκτώ ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ισπανία, Ρουμανία, Γερμανία, Νορβηγία) και συνολικά 24 κέντρα ένωσαν τις δυνάμεις τους και ξεκινούν μέσα στους επόμενους μήνες τη διεξαγωγή πέντε διαφορετικών κλινικών δοκιμών που θα ολοκληρωθούν σε ορίζοντα πενταετίας και θα αφορούν τόσο την ορθοπαιδική όσο και τη γναθοπροσωπική χειρουργική. Οπως αναφέρει μιλώντας στο «Βήμα» ο συντονιστής του προγράμματος RΕΒΟRΝΕ δρ Πιερ Λεϊρόλ, διευθυντής Ερευνών στο Τμήμα Ιατρικής του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας και Ιατρικής Ερευνας της Γαλλίας (ΙΝSΕRΜ), είναι αισιόδοξος ότι σε λίγα χρόνια από τώρα η «ανάσταση» των κατεστραμμένων οστών με χρήση διαφορετικών βιομεθόδων θα αποτελεί γεγονός. Ετσι πολλοί ασθενείς οι οποίοι σήμερα δυσκολεύονται να κινηθούν ή εμφανίζουν προβλήματα στα οστά του προσώπου θα νιώσουν... γεροί ως το κόκαλο.

Το μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα RΕΒΟRΝΕ, το οποίο αναμένεται να βάλει μια μεγάλη ευρωπαϊκή «υπογραφή» στο πεδίο της αναγέννησης οστών, μετρά ήδη έναν χρόνο ζωής. Τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών του προγράμματος είναι πολυαναμενόμενα, αφού τα προβλήματα του σκελετού αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα «βάρη» για τη δημόσια υγεία. Ο κ. Λεϊρόλ εξηγεί ότι τρεις από τις κλινικές δοκιμές του RΕΒΟRΝΕ θα αφορούν την ορθοπαιδική χειρουργική ενώ άλλες δύο τη γναθοπροσωπική χειρουργική. Κύριο «εργαλείο» σχεδόν στο σύνολο των περιπτώσεων θα αποτελούν τα ανθρώπινα μεσεγχυματικά βλαστικά κύτταρα, ένας τύπος κυττάρων που θεωρείται «θησαυρός» για τους ειδικούς οι οποίοι ασχολούνται με την αναγεννητική ιατρική, καθώς μπορεί να διαφοροποιηθεί σε πλήθος κυτταρικές σειρές του οργανισμού, όπως οστεοκύτταρα, κύτταρα του χόνδρου, λιποκύτταρα, νευρικά κύτταρα και κύτταρα δέρματος. Την πίστη του σε αυτά τα κύτταρα εκφράζει και ο δρ Λεϊρόλ, τονίζοντας ότι όλα τα προκλινικά στοιχεία μαρτυρούν πως η υπόθεση των μεσεγχυματικών κυττάρων έχει τεράστια δυναμική για επιτυχία στην κλινική πράξη σε ό,τι αφορά την αποκατάσταση κατεστραμμένων οστών.
Ας δούμε όμως μία προς μία τις κλινικές δοκιμές που υπόσχονται επανάσταση σε ό,τι αφορά την αναγέννηση οστών:

Κατάγματα
Η πρώτη κλινική δοκιμή αφορά τα προβλήματα των μεγάλων οστών, όπως αυτά που προκαλούνται ύστερα από ένα κάταγμα. Η δοκιμή θα βασιστεί στη λήψη ανθρώπινων μεσεγχυματικών βλαστικών κυττάρων από τον μυελό των οστών του ίδιου του ασθενούς- θα ληφθούν περίπου 10 ml μυελού από κάθε ασθενή. Μετά την απομόνωσή τους τα κύτταρα θα καλλιεργηθούν στο εργαστήριο και, αφού αυξηθεί ο αριθμός τους επί δύο εβδομάδες, θα αναμειχθούν με φωσφορικό ασβέστιο (ένα από τα κύρια μέταλλα του οστού το οποίο κάνει σκληρό το σκελετικό περίγραμμα) και θα εγχυθούν στην περιοχή της βλάβης. Στη δοκιμή αυτή, η οποία θα ξεκινήσει τον Ιούνιο του 2011, θα συμμετάσχουν συνολικά 60 ασθενείς από πέντε διαφορετικά ευρωπαϊκά κέντρα.

Αποκατάσταση ισχύου
Η δεύτερη πολλά υποσχόμενη κλινική δοκιμή θα αφορά ένα πολύ κοινό ορθοπαιδικό πρόβλημα, τη νέκρωση της μηριαίας κεφαλής (το πρόβλημα συνίσταται σε διαταραχή της αιμάτωσης της μηριαίας κεφαλής, η οποία οδηγεί στην καταστροφή της άρθρωσης του ισχίου με έντονα λειτουργικά ενοχλήματα του ασθενούς, όπως πόνος, δυσκαμψία κτλ.). Ο δρ Λεϊρόλ εξηγεί ότι σε περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η επέμβαση αποκατάστασης ισχίου θα προηγείται έγχυση μεσεγχυματικών βλαστικών κυττάρων ώστε να «αναγεννάται» η κεφαλή του μηρού που ενώνεται με το ισχίο στις περιπτώσεις που έχει νεκρωθεί - η νέκρωση οφείλεται συνήθως σε μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροειδών φαρμάκων ή σε μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα μεσεγχυματικά κύτταρα που θα χρησιμοποιηθούν θα προέρχονται από τον μυελό των οστών ή πιθανώς και από τον λιπώδη ιστό των ασθενών. Σχετικά με τα μεσεγχυματικά κύτταρα του λιπώδους ιστού ο δρ Λεϊρόλ αναφέρει ότι σε πειράματα στο εργαστήριο έχει φανεί πως μπορούν να διαφοροποιηθούν σε οστεοβλάστες (πρόδρομα κύτταρα από τα οποία σχηματίζονται τα οστά). Ωστόσο οι ερευνητές δεν γνωρίζουν ακόμη αν μπορούν να τα οδηγήσουν σε σχηματισμό οστού μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό, κάτι που μένει να αποδειχθεί τα επόμενα χρόνια μέσω της δοκιμής που αναμένεται να ξεκινήσει το 2012 με συμμετοχή 20-30 ασθενών.

Οστεονέκρωση
Μιαν άλλη «έκδοση» της μεταμόσχευσης, την ετερόλογη μεταμόσχευση η οποία βασίζεται σε χρήση κυττάρων δότη, αναμένεται να δοκιμάσουν οι ερευνητές του RΕΒΟRΝΕ σε ασθενείς με οστεονέκρωση (κυρίως νέκρωση της μηριαίας κεφαλής), μόνο που αυτή τη φορά η δοκιμή θα αφορά αποκλειστικώς εφήβους. Για ποιον λόγο; Ο δρ Λεϊρόλ εξηγεί ότι υπάρχουν περιπτώσεις παιδιών που προσβάλλονται από κάποιον καρκίνο, όπως για παράδειγμα λευχαιμία, με αποτέλεσμα να χρειάζονται μόσχευμα του μυελού των οστών δότη. «Συνήθως δότες γίνονται σε αυτές τις περιπτώσεις άτομα του στενού πυρήνα της οικογένειας,ένας αδελφός, μια αδελφή ή κάποιος από τους γονείς που εμφανίζει ιστοσυμβατότητα. Οι λήπτες σε πολύ μεγάλο ποσοστό θεραπεύονται,αλλά κάποιες φορές,λόγω των ισχυρών ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων που έχουν λάβει, εμφανίζουν οστεονέκρωση». Ετσι γύρω στην ηλικία των 15 ετών πολλά από αυτά τα παιδιά χρειάζεται να υποβληθούν σε αρθροπλαστική ισχίου. Και είναι επόμενο ότι μια αρθροπλαστική ισχίου σε πολύ μικρή ηλικία μεταφράζεται σε επαναληπτική επέμβαση ύστερα από κάποια χρόνια λόγω του αναπτυσσόμενου οργανισμού που χρειάζεται μεγαλύτερο μόσχευμα.

«Πιστεύουμε λοιπόν ότι η βλαστοκυτταρική θεραπεία θα
μπορέσει να δώσει σε αυτές τις περιπτώσεις τη λύση και να καταργήσει την ανάγκη επαναληπτικής επέμβασης» εκτιμά ο ερευνητής του ΙΝSΕRΜ. Στη συγκεκριμένη δοκιμή θα προτιμηθεί η ετερόλογη μεταμόσχευση με δεδομένο ότι οι μικροί ασθενείς έχουν ήδη λάβει στο παρελθόν τα κύτταρα δότη. Ο ίδιος δότης θα παράσχει και πάλι μυελό των οστών, από τον οποίο και θα εξαχθούν μεσεγχυματικά κύτταρα που θα εγχυθούν στο σημείο της βλάβης. Ενα είδος υδρογέλης (τζελ) θα αποτελέσει το όχημα μεταφοράς των κυττάρων προκειμένου να «κλειδώσει» καλύτερα το μόσχευμα στην κατάλληλη θέση. Στη δοκιμή, η οποία θα ξεκινήσει το 2013 ή το 2014, θα συμμετάσχουν περί τα 20 παιδιά.





Οδοντικά εμφυτεύματαΟι ευρωπαίοι ειδικοί θα ασχοληθούν όμως και με τη γναθοπροσωπική χειρουργική στο πλαίσιο δύο διαφορετικών δοκιμών. Η πρώτη εξ αυτών θα ξεκινήσει τον Ιούνιο του 2011 και θα περιλαμβάνει 40-60 ασθενείς. Σε αυτή την περίπτωση θα ακολουθηθεί η λογική της ομόλογης μεταμόσχευσης με χρήση μεσεγχυματικών κυττάρων που θα έχουν ληφθεί από τον μυελό των οστών. Οι ειδικοί θα καλλιεργήσουν τα κύτταρα στο εργαστήριο επί δύο εβδομάδες, θα τα αναμείξουν με βιοϋλικά όπως το φωσφορικό ασβέστιο και θα τα εγχύσουν στην περιοχή του οστού που παρουσιάζει πρόβλημα. Σύμφωνα με τον δρα Λεϊρόλ η όλη σύλληψη είναι να γίνεται αύξηση του οστού της γνάθου σε περιπτώσεις όπου υπάρχει έλλειμμα πριν από την τοποθέτηση οδοντικού εμφυτεύματος. «Υπάρχουν αρκετά άτομα στα οποία έχει γίνει εξαγωγή κάποιου δοντιού χρόνια πριν,με αποτέλεσμα το οστό να έχει υποχωρήσει στη συγκεκριμένη περιοχή. Οταν χρειαστεί κάποια στιγμή να τοποθετηθεί οδοντικό εμφύτευμα στο σημείο,είναι απαραίτητο να γίνει αύξηση του οστού πριν από την επέμβαση. Πιστεύουμε ότι μελλοντικά θα μπορούμε να εγχέουμε βλαστικά κύτταρα στην περιοχή, να επιτυγχάνουμε την αναγέννηση του οστού και στη συνέχεια να τοποθετούμε το εμφύτευμα με ασφάλεια». Ο ερευνητής σημειώνει ότι η δοκιμή αναμένεται να χαρίσει ένα ωραίο... χαμόγελο σε εκατομμύρια άτομα. «Μόνο στη Γαλλία τοποθετούμε 200.000-300.000 οδοντικά εμφυτεύματα ετησίως και παρόμοια είναι τα νούμερα σε πολλές χώρες». Σήμερα στις συγκεκριμένες περιπτώσεις γίνεται μεταμόσχευση τμήματος οστού που προέρχεται από άλλο σημείο του σκελετού του ασθενούς. Τα βλαστικά κύτταρα υπόσχονται όμως μια λιγότερο παρεμβατική μέθοδο αποκατάστασης των οστών των γνάθων για το μέλλον.

Λαγωχειλία
Η δεύτερη δοκιμή που θα κινείται στο πεδίο της γναθοπροσωπικής χειρουργικής θα αφορά την αποκατάσταση σε παιδιά μιας άκρως «δύστροπης» μορφής λαγωχειλίας (χειλεο- γναθο-υπερωιοσχιστία, γενετική ανωμαλία κατά την οποία οι ιστοί που σχηματίζουν το άνω χείλος, την άνω γνάθο και τον ουρανίσκο δεν ενώνονται σωστά). Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα ένα στα 800 παιδιά γεννιέται με λαγωχειλία και σε κάποιες περιπτώσεις το πρόβλημα είναι πολύ σοβαρό, με αποτέλεσμα να απαιτείται αποκατάσταση τμήματος του ουρανίσκου. Αυτή τη στιγμή για την αποκατάσταση χρησιμοποιείται τμήμα οστού που λαμβάνεται από την κνήμη του ασθενούς. «Φανταστείτε όμως ότι τέτοιου είδους επεμβάσεις γίνονται σε παιδιά 9 ή 10 ετών, τα οποία βρίσκονται στη φάση που θέλουν συνεχώς να κινούνται και να τρέχουν. Ετσι η αφαίρεση οστού από την κνήμη τους μπορεί να προκαλέσει προβλήματα» σημειώνει ο δρ Λεϊρόλ.

Η νέα ιδέα που θα εφαρμοστεί στη δοκιμή είναι η χρήση ενός βιοϋλικού που θα περιέχει φωσφορικό ασβέστιο και ένα κεραμικό υλικό, καθήκον του οποίου θα είναι να ενεργοποιήσει τα βλαστικά κύτταρα του ίδιου του οργανισμού ώστε να παραγάγουν νέο οστό. Πειράματα σε ζώα έχουν δείξει ότι η τεχνική είναι πολλά υποσχόμενη, αλλά τώρα αυτό μένει να αποδειχθεί- το σημαντικότερο- στον άνθρωπο. Η συγκεκριμένη δοκιμή θα είναι πιθανότατα συγκριτική: σε μια ομάδα παιδιών θα χρησιμοποιηθεί μόνο το βιοϋλικό, ενώ σε μια δεύτερη θα προστεθούν και μεσεγχυματικά βλαστικά κύτταρα των ίδιων των μικρών ασθενών. Θα συμμετάσχουν συνολικά 20 παιδιά και η έναρξη της δοκιμής τοποθετείται για το τέλος του 2013 ή τις αρχές του 2014.

Ασφαλής διαδικασία
Σύμφωνα με τον δρα Λεϊρόλ η γνώση που έχει αποκτηθεί τα τελευταία χρόνια από τα πειράματα στο εργαστήριο σε ό,τι αφορά τον χειρισμό των μεσεγχυματικών κυττάρων δίνει σημαντικές ελπίδες για επιτυχία των κλινικών δοκιμών. «Πριν από δέκα χρόνια, όταν ξεκινήσαμε την έρευνά μας στο πεδίο της βιοτεχνολογίας των οστών,δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε σωστά τη διαφοροποίηση των κυττάρων, ούτε ξέραμε πόσα κύτταρα να βάλουμε στην καλλιέργεια. Εκτοτε η γνώση μας αυξήθηκε σημαντικά» λέει ο ειδικός και μας δίνει ένα δείγμα της νέας επιστημονικής γνώσης που είναι απαραίτητη για να μετουσιωθεί η θεωρία σε πράξη: «Ξέρουμε πλέον ότι δεν χρειάζεται να προχωρήσουμε σε διαφοροποίηση των μεσεγχυματικών βλαστικών κυττάρων στο εργαστήριο πριν από την έγχυσή τους στον οργανισμό. Είδαμε μάλιστα από τα πειράματα στο εργαστήριο ότι αν κρατήσουμε αδιαφοροποίητα τα κύτταρα πριν από τη μεταμόσχευση λαμβάνουμε καλύτερα αποτελέσματα μετά την εισαγωγή τους στον οργανισμό. Περιμένουμε τώρα και τις κλινικές δοκιμές για να επιβεβαιώσουν στον άνθρωπο τα καλά αποτελέσματα που έχουμε από το εργαστήριο».
Καθοριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι, όπως έχει φανεί από τα πειράματα in vitro, τα μεσεγχυματικά βλαστικά κύτταρα δεν συνδέονται με πρόκληση καρκίνων όπως το οστεοσάρκωμα- ο συγκεκριμένος κίνδυνος είναι, αντιθέτως, υπαρκτός σε ό,τι αφορά άλλους τύπους βλαστικών κυττάρων, σημειώνει ο ερευνητής. «Μελέτες που έχουν διεξαχθεί από την ομάδα μας αλλά και από άλλες ομάδες έχουν δείξει ότι τα μεσεγχυματικά βλαστικά κύτταρα,ακόμη και αν καλλιεργηθούν μήνες στο εργαστήριο, δεν μετατρέπονται σε καρκινικά. Ως τον θάνατό τους δεν εκφράζουν κανέναν δείκτη ογκογένεσης». Ο δρ Λεϊρόλ υπογραμμίζει ότι έχει υπάρξει μελέτη η οποία είχε δείξει σύνδεση μεταξύ των μεσεγχυματικών βλαστικών κυττάρων και της πρόκλησης οστεοσαρκώματος. Ωστόσο, όπως λέει, αποδείχθηκε τελικώς ότι η μελέτη αυτή δεν είχε γερές βάσεις, αφού η καλλιέργεια των μεσεγχυματικών κυττάρων επιμολύνθηκε με κύτταρα οστεοσαρκώματος και έτσι προέκυψαν τα αρνητικά αποτελέσματα.

Στόχος οι τράπεζες κυττάρων

Ο δρ Λεϊρόλ ελπίζει ότι σε πέντε χρόνια από τώρα, όταν οι δοκιμές τελειώσουν, θα έχει αποδειχθεί η δυναμική των μεσεγχυματικών κυττάρων σε ό,τι αφορά την αναγέννηση των οστών και κυρίως μέσω ετερόλογων μεταμοσχεύσεων. Ο ειδικός πιστεύει πολύ στις ετερόλογες μεταμοσχεύσεις, διότι, όπως λέει, τα στοιχεία των πειραμάτων δείχνουν πως τα συγκεκριμένα κύτταρα μπορούν να δώσουν πολύ καλά και σταθερά μοσχεύματα. «Συμπεριφέρονται πάντα με τον ίδιο τρόπο,οπότε υπάρχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας της μεταμόσχευσης.Παράλληλα τα πρώτα στοιχεία δείχνουν πως δεν εμφανίζεται κάποιο πρόβλημα απόρριψης του μοσχεύματος από τη λήψη βλαστικών κυττάρων δότη, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ανάγκη λήψης ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων». Ο ειδικός αναφέρει ότι οραματίζεται μια ημέρα κατά την οποία θα υπάρχουν τράπεζες κυττάρων δοτών, όπως συμβαίνει σήμερα με το αίμα, και ο ασθενής που έχει ανάγκη μεταμόσχευσης θα λαμβάνει το συμβατό με τον οργανισμό του μόσχευμα.

«Ελπίζω
ότι πολλοί ασθενείς θα μπορούν να θεραπεύονται με χρήση μιας και μόνο κυτταρικής σειράς». Πάντως ο επιστήμονας σημειώνει πως σε ό,τι αφορά την έγχυση μεσεγχυματικών βλαστικών κυττάρων για την αναγέννηση οστού, αυτή φαίνεται να μπορεί να οδηγήσει σε αποκατάσταση διαφορετικών οστικών προβλημάτων, εκτός από μία περίπτωση: εκεί όπου προηγουμένως έχει υπάρξει καρκίνος. «Πειράματα που έχουμε διεξαγάγει στο εργαστήριο με μεσεγχυματικά κύτταρα δείχνουν πως όταν καλλιεργούμε αυτά τα κύτταρα μαζί με κύτταρα οστεοσαρκώματος, τα καρκινικά κύτταρα πολλαπλασιάζονται με ταχύτερους ρυθμούς.Συγχρόνως μελέτες που διεξαγάγαμε σε ζώα έδειξαν ότι αν εγχύσουμε ταυτοχρόνως κύτταρα οστεοσαρκώματος και μεσεγχυματικά βλαστικά κύτταρα ο όγκος αναπτύσσεται ταχύτερα.Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι καλή ιδέα να εγχύσουμε βλαστικά κύτταρα σε σημεία όπου είχε προϋπάρξει καρκίνος». Ποια θα ήταν η λύση λοιπόν για τη συγκεκριμένη κατηγορία ασθενών; ρωτήσαμε τον δρα Λεϊρόλ. Εκείνος απάντησε ότι για αυτές τις περιπτώσεις δοκιμάζονται άλλες στρατηγικές, οι οποίες αφορούν αυξητικούς παράγοντες για αποκατάσταση του ελλείμματος στα οστά.

Ο επικεφαλής του RΕΒΟRΝΕ δηλώνει με σίγουρο τόνο στη φωνή πως όταν το μεγάλο ευρωπαϊκό πρόγραμμα τελειώσει θα... ξεκινήσει μια νέα εποχή θεραπειών για την αναγέννηση των οστών στην κλινική πράξη. «Εκτιμώ ότι τα μεσεγχυματικά βλαστικά κύτταρα θα προσφέρουν αποτελεσματικές θεραπείες για την αποκατάσταση των οστών σε μία πενταετία» λέει. «Και πιστεύω ότι θα καταστεί δυνατό να μεταφράσουμε γρήγορα τα αποτελέσματα των δοκιμών σε κλινική πράξη,καθώς στο πρόγραμμά μας συμμετέχουν μεγάλα δημόσια κέντρα.Μεταξύ αυτών είναι το Γαλλικό Ινστιτούτο για το Αίμα και το αντίστοιχο Ινστιτούτο της Γερμανίας, τα οποία δείχνουν μεγάλο και άμεσο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη και την εφαρμογή θεραπειών με βάση τα βλαστικά κύτταρα». Ελπίζουμε το όνειρο των ειδικών του μεγάλου αυτού προγράμματος να πάρει το συντομότερο δυνατόν... σάρκα και οστά!


Και ελληνική υπογραφή

Μια σύμπραξη ειδικών του Εργαστηρίου Βιοχημείας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με την Γ΄ Πανεπιστημιακή Κλινική του Νοσοκομείου ΚΑΤ ελπίζεται να βάλει μελλοντικά κάτω από τον τίτλο της αναγέννησης οστών μια σημαντική ελληνική υπογραφή. Οπως αναφέρει μιλώντας στο «Βήμα» ο καθηγητής Βιοχημείας και διευθυντής του Εργαστηρίου Βιοχημείας κ. Αθ. Παπαβασιλείου, η ομάδα του Εργαστηρίου που υπόσχεται να βάλει το δικό της λιθαράκι στην «ανάσταση» του σκελετού απαρτίζεται από την υπεύθυνη της Μονάδας Κυτταρικής και Μοριακής Εμβιομηχανικής,αναπληρώτρια καθηγήτρια κυρία Εφη Μπάσδρα, την επίκουρη καθηγήτρια κυρία Χριστίνα Πιπέρη, καθώς και από τον ίδιο τον κ. Παπαβασιλείου. Από την πλευρά της Γ΄ Πανεπιστημιακής Κλινικής του νοσοκομείου ΚΑΤ συμμετέχουν ο αναπληρωτής καθηγητής Ορθοπαιδικής κ. Σπ. Πνευματικός και ο ορθοπαιδικός κ. Γ. Τριανταφυλλόπουλος , ενώ και με τις δύο ομάδες συνεργάζεται η επίκουρη καθηγήτρια Πυρηνικής Ιατρικής στο Β΄ Εργαστήριο Ακτινολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Σοφία Χατζηιωάννου.

Ο κ.Παπαβασιλείου εξηγεί ότι οι επιστήμονες του Εργαστηρίου Βιοχημείας ασχολούνται εδώ και 15 χρόνια με το μοριακό κομμάτι της αναγέννησης οστών, ωστόσο οι δύο ομάδες ένωσαν τις δυνάμεις τους πριν από δύο χρόνια. Οι ερευνητές βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη φάση της συλλογής υλικού από ασθενείς της κλινικής του ΚΑΤ προκειμένου να προσδιορίσουν τους μοριακούς μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από βλάβες των οστών, όπως π.χ. η σπονδυλαρθρίτιδα,με απώτερο στόχο να αναπτυχθούν νέες θεραπείες αποκατάστασης των βλαβών. Συγκεκριμένα λαμβάνονται δείγματα οστού από ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε ορθοπαιδικές επεμβάσεις. Οι ειδικοί θα απομονώσουν από το υλικό πρόδρομα οστεοβλαστικά κύτταρα και θα προσπαθήσουν να τα διαφοροποιήσουν σε ώριμους οστεοβλάστες που θα «γεννήσουν» οστό.

Για ποιον λόγο η ελληνική ομάδα επέλεξε να ασχοληθεί με τους οστεοβλάστες, η λήψη των οποίων συνδέεται με μια πιο παρεμβατική διαδικασία σε σύγκριση με εκείνη που αφορά την απομόνωση των μεσεγχυματικών βλαστικών κυττάρων από τον μυελό των οστών; Ο καθηγητής απαντά ότι στόχος της ελληνικής ομάδας είναι να αποκαλυφθεί ο μοριακός μηχανισμός που μπορεί να μετατρέψει τα πρόδρομα κύτταρα του οστού,τους οστεοβλάστες, σε οστό.

«Οι ερευνητές του προγράμματος RΕΒΟRΝΕ ξεκινούν ένα βήμα πριν στη διαφοροποίηση των κυττάρων, από τα μεσεγχυματικά κύτταρα. Εμείς επιλέξαμε να ασχοληθούμε κατευθείαν με τους οστεοβλάστες και θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε τα αποτελέσματα». Σύμφωνα με τον κ.Παπαβασιλείου το μέλλον της αναγέννησης οστών φαίνεται να βρίσκεται σε παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τη διαφοροποίηση των οστεοβλαστών και στον τρόπο με τον οποίο μπορούν οι επιστήμονες να επιταχύνουν τη διαφοροποίηση με φυσικούς ή και χημικούς τρόπους.

«Εχουν ήδη βρεθεί διαφορετικοί τέτοιοι παράγοντες, το μυστικό όμως είναι να ανακαλύψουμε τον σωστό συνδυασμό αυτών των παραγόντων ώστε να επιταχύνουμε τη δράση τους ή να επιβραδύνουμε τη δράση άλλων παραγόντων που αναχαιτίζουν τη διαδικασία αναγέννησης του οστού». Η συγκεκριμένη μελέτη, η οποία θα περιλάβει συνολικά δείγματα από περίπου 100 ασθενείς (αυτή τη στιγμή έχει συλλεγεί το 1/5 των δειγμάτων),θα ολοκληρωθεί μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Ωστόσο ο καθηγητής εκτιμά ότι νέες μοριακές θεραπείες αναγέννησης των οστών θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν σε ορίζοντα δεκαετίας.

Ο κ.Παπαβασιλείου τονίζει ότι απώτερος στόχος αυτής της μοριακής μελέτης είναι να λάβουν κάποια ημέρα οι ειδικοί όχι μόνο μιαν απάντηση σε μοριακά ερωτήματα,αλλά αυτή η απάντηση να δοθεί στην κλινική πράξη.«Σκοπός μας είναι η εξατομικευμένη ιατρική. Για να την επιτύχουμε όμως, πρέπει πρώτα να έχουμε κατανοήσει βαθιά το μοριακό υπόβαθρο μιας πάθησης. Ελπίζουμε ότι σε δύο χρόνια η μελέτη μας θα προσφέρει αυτή την πρώτη αλλά τόσο σημαντική γνώση του μοριακού υποβάθρου που θα μας επιτρέψει αργότερα την αναγέννηση οστών στον κάθε ασθενή ξεχωριστά».

Πηγή :ΤΟ ΒΗΜΑ (http://www.tovima.gr/science/medicine-biology/article/?aid=388219)



Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΦΥΛΑΞΗΣ ΤΩΝ ΒΛΑΣΤΟΚΥΤΤΑΡΩΝ - ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Στις περισσότερες χώρες του κόσμου οι οικογένειες έχουν τη δυνατότητα να φυλάξουν τα βλαστοκύτταρα του παιδιού τους κατά τον τοκετό σε μια δημόσια ή  οικογενειακή τράπεζα.  Η απόφασή τους αυτή αποτελεί ελεύθερη επιλογή, η οποία προκύπτει μετά από τεκμηριωμένη επιστημονική ενημέρωση για τις δυνατότητες που τους παρέχει ο κάθε τρόπος φύλαξης, αφού λάβουν υπόψη  και τις  ιδιαιτερότητες της δικής τους οικογένειας.  Ως τέτοιες αναφέρονται η ύπαρξη ασθένειας στην οικογένεια που θεραπεύεται με τη χρήση βλαστοκυττάρων και οι οικογένειες που δημιουργούνται από γονείς διαφορετικών εθνικοτήτων. Παιδιά που προέρχονται από αυτές τις οικογένειες  είναι δύσκολο έως αδύνατο να βρουν ιστοσυμβατά βλαστοκύτταρα στην περίπτωση που απευθυνθούν στη  δημόσια τράπεζα για τη θεραπεία της λευχαιμίας.

Πρακτικά σήμερα τί προσφέρει  η οικογένεια  και τί η δημόσια τράπεζα στο θέμα των μεταμοσχεύσεων με τη χρήση βλαστοκυττάρων;
Οι παρακάτω πληροφορίες  αποτελούν επίσημα στοιχεία του Παγκόσμιου Δικτύου που καταγράφει τις μεταμοσχεύσεις  του ομφαλικού  αίματος και του μυελού των οστών που  δόθηκαν στη δημοσιότητα τον Απρίλιο του 2010 και αποτελούν κατευθυντήριες γραμμές για την πολιτική που θα ακολουθήσουν τα κράτη σχετικά με τη φύλαξη των βλαστοκυττάρων. Τα στοιχεία αυτά δημοσιεύτηκαν από τον Al Gratwohl  και συν 1 το 2010 στο επιστημονικό περιοδικό JAMA, ένα από τα εγκυρότερα διεθνή ιατρικά περιοδικά. Στη μελέτη αυτή συμμετείχαν 1327  επιστημονικές ομάδες από 71 χώρες οι οποίες βρίσκονται σε πέντε ηπείρους.  Καταγράφηκαν όλα τα είδη των μεταμοσχεύσεων, αυτόλογων και αλλογενών που πραγματοποιήθηκαν από τις συμμετέχουσες ομάδες το έτος 2006 για τη θεραπεία κακοήθων, κληρονομικών και αυτοάνοσων ασθενειών.  Το έτος αυτό   πραγματοποιήθηκαν 50.417 μεταμοσχεύσεις εκ των οποίων  οι 28.901 (57%)  ήταν αυτόλογες και οι 21.516 (43%)  ήταν αλλογενείς. Από τις 21.516 αλλογενείς μεταμοσχεύσεις  στις   11.928 (55,4%) τα βλαστοκύτταρα προέρχονταν μέσα από την οικογένεια και στις  9.588 (44,5%) από τη δημόσια τράπεζα.  Άρα η πραγματική προσφορά της οικογένειας   προς την κοινωνία το έτος 2006 στο σύνολο των μεταμοσχεύσεων ήταν 40.829 (86%) μοσχεύματα και της δημόσιας 9.588 (14%).
Η μελέτη αυτή κατέληξε και σε  άλλα σημαντικά συμπεράσματα, όπως οτι στην Αμερική και την Ευρώπη πραγματοποιούνται περισσότερες αυτόλογες μεταμοσχεύσεις, ενώ  στις υπό ανάπτυξη χώρες περισσότερες αλλογενείς. Στην Αμερική αυτόλογες μεταμοσχεύσεις πραγματοποιούνται σε ποσοστό 58%, στην Ασία 42%, στην Ευρώπη 62,5% και στην Αφρική και στις μεσογειακές χώρες σε ποσοστό 34%.
Τα βλαστοκύτταρα που αποθηκεύονται στον ιδιωτικό τομέα χρησιμοποιούνται από το ίδιο το παιδί ή τα ιστοσυμβατά μέλη της οικογένειάς του για τη θεραπεία κακοήθων ασθενειών ή σε εφαρμογές αναγεννητικής Ιατρικής. Στη δημόσια τράπεζα τα βλαστοκύτταρα χρησιμοποιούνται για  κακοήθεις παθήσεις του αίματος στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ιστοσυμβατός δότης μέσα στην οικογένεια. Για τη θεραπεία κακοήθων ασθενειών χρησιμοποιούνται αυτόλογες ή αλλογενείς μεταμοσχεύσεις και για την αναγεννητική ιατρική αποκλειστικά αυτόλογες. Στην αναγεννητική ιατρική περιλαμβάνονται η αποκατάσταση οργάνων, όπως του μυοκαρδίου μετά από έμφραγμα, του εγκεφάλου μετά από ισχαιμία και οι εκφυλιστικές ασθένειες, όπως οι οστεοαρθρίτιδες, η ηπατική ανεπάρκεια, η περιφερική αγγειακή νόσος  και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια.  Στις ασθένειες του ανοσοποιητικού συστήματος, όπως τον παιδικό διαβήτη, τη νεανική ρευματοειδή αρθρίτιδα, τις φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου και τη σκλήρυνση κατά πλάκας  χρησιμοποιούνται αποκλειστικά βλαστοκύτταρα του ίδιου του ασθενούς, τα οποία λαμβάνονται  πριν την εμφάνιση της νόσου. Στις περιπτώσεις αυτές  η δημόσια τράπεζα δεν μπορεί να βοηθήσει.
 Η συχνότερη ασθένεια για την οποία μέχρι πρότινος χρησιμοποιούνταν τα βλαστοκύτταρα ήταν η λευχαιμία.  Στα επόμενα χρόνια αναμένεται να αυξηθούν οι χρήσεις για τις ασθένειες του ανοσοποιητικού συστήματος και τις εκφυλιστικές παθήσεις.  Ήδη δύο κλινικές μελέτες με τη χρήση βλαστοκυττάρων του πλακούντα για την εγκεφαλική παράλυση και τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι (νεανικός) εγκρίθηκαν για αυτόλογη χρήση από το ΝΙΗ στις ΗΠΑ και τα αποτελέσματα αξιολογούνται.  Για τον Διαβήτη τύπου Ι, εγκρίθηκε η κλινική μελέτη NCT00305344, που διεξάγεται στη  Φλόριντα ΗΠΑ και  η κλινική μελέτη: NCT00315133 που διεξάγεται στο Πανεπιστήμιο Σάο Πάολο της Βραζιλίας. Για την εγκεφαλική παράλυση των παιδιών, (περιγεννητική ασφυξία), διεξάγεται η κλινική μελέτη NCT 00593242, στο Πανεπιστήμιο Duke ΗΠΑ.
 Πρόδρομες ανακοινώσεις δείχνουν οτι τα βλαστοκύτταρα του πλακούντα  έχουν  θεραπευτική δράση και στις δύο  περιπτώσεις, η οποία  αποδεικνύεται είτε με βελτίωση της νευρολογικής εικόνας του παιδιού,  είτε με ελάττωση έως διακοπή των ημερήσιων χορηγήσεων ινσουλίνης. 

Ποιός είναι ο ρόλος των δημοσίων τραπεζών φύλαξης βλαστοκυττάρων και της οικογένειας  στο  κεφάλαιο λευχαιμίες;
Στη χώρα μας η πλειοψηφία των γονέων μετά από συστηματική  τηλεοπτική ενημέρωση κατέληξε να πιστεύει οτι τα βλαστοκύτταρα του πλακούντα του παιδιού τους δεν μπορούν επ’ ουδενί να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία της λευχαιμίας στην περίπτωση που μελλοντικά  εμφανίσει το παιδί τους. Το 2006 σύμφωνα με τη μελέτη που αναφέρθηκε παραπάνω, πραγματοποιήθηκαν 17.049 μεταμοσχεύσεις σε ασθενείς με όλους τους τύπους των λευχαιμιών. Στις 15.210 (89%) περιπτώσεις έγιναν αλλογενείς μεταμοσχεύσεις και στις 1.839 (11%) αυτόλογες. Από τις 15.210 αλλογενείς μεταμοσχεύσεις οι 8.122 (53,5%) πραγματοποιήθηκαν με  βλαστοκύτταρα που προήλθαν μέσα από την οικογένεια και οι 7.088 (46,5%) από δημόσια τράπεζα. Άρα στην περίπτωση των λευχαιμιών το 2006  η οικογένεια  χορήγησε το  58,5% των μοσχευμάτων  και η δημόσια τράπεζα το 41,5%.
Προχωρώντας σε περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων βλέπουμε οτι για τη θεραπεία του παιδικού καρκίνου η οικογένεια βοήθησε στο 98,6% των μεταμοσχεύσεων και η δημόσια τράπεζα στο 1,4% και για τη θεραπεία των λεμφωμάτων  η οικογένεια χορήγησε το  94,3% των μοσχευμάτων.
Στις κληρονομικές αναιμίες, όπως τη μεσογειακή αναιμία σε ποσοστό 86,5% χρησιμοποιήθηκαν  βλαστοκύτταρα που προήλθαν μέσα από την οικογένεια.

Η παράθεση αυτών των στοιχείων αποδεικνύει με τον πλέον αντικειμενικό τρόπο τις πραγματικές διαστάσεις της συμβολής  της οικογένειας και της δημόσιας τράπεζας φύλαξης βλαστοκυττάρων στο θέμα των μεταμοσχεύσεων. Τα στοιχεία αυτά σήμερα αποτελούν αντικείμενο μελέτης και οργάνωσης της πολιτικής της υγείας πολλών κρατών.     

ΚΟΛΙΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ  ΒΙΟΧΗΜΕΙΑΣ

--------------------------------------------------------------------------------------------------------
                                                                           REFERENCES

1. Al Gratwohl  et al 2010,  JAMA, 303(16):1617-1623).

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

ΝΕΟΤΕΡΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΦΥΛΑΞΗ ΤΩΝ ΒΛΑΣΤΟΚΥΤΤΑΡΩΝ ΤΟΥ ΠΛΑΚΟΥΝΤΑ

Το αίμα του πλακούντα έχει καθιερωθεί διεθνώς ως μια από τις σημαντικότερες πηγές συλλογής υγιών βλαστοκυττάρων χρήσιμων για θεραπείες κακοήθων, κληρονομικών  και αυτοάνοσων ασθενειών, καθώς και  εφαρμογών στην ανάπλαση ιστών.

Ποιά είναι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της χρήσης  των βλαστοκυττάρων που προέρχονται από το ομφαλικό αίμα;
Τα βλαστοκύτταρα του ομφαλικού αίματος είναι απόλυτα συμβατά με το ίδιο το παιδί στο οποίο και του  ανήκουν. Για το λόγο αυτόν σήμερα χρησιμοποιούνται σε κλινικές μελέτες για τη θεραπεία αυτοάνοσων ασθενειών μεταξύ αυτών και του σακχαρώδη διαβήτη. Για τον ίδιο λόγο επίσης χρησιμοποιούνται για την αποκατάσταση του εγκεφάλου στα παιδιά με εγκεφαλική παράλυση, η οποία προκλήθηκε λόγω επιπλοκών κατά τον τοκετό. Επειδή η ιστοσυμβατότητα κληρονομείται υπάρχει σημαντικού βαθμού ιστοσυμβατότητα και με άλλα μέλη της οικογένειας, η οποία αποδεικνύεται με συγκεκριμένες εξετάσεις.
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της χρήσης των βλαστοκυττάρων του ομφαλικού αίματος είναι οτι δεν απαιτείται απόλυτη ιστοσυμβατότητα  μεταξύ ασθενούς και δότη για να γίνει η μεταμόσχευση, λόγω του ότι τα βλαστοκύτταρα είναι πολύ νεαρά και δεν έχουν αναπτύξει την  πλήρη ταυτότητα τους. Για το λόγο αυτόν τα ποσοστά απόρριψης τους είναι πολύ χαμηλότερα. Η πιθανότητα μετάδοσης μολυσματικής ασθένειας  είναι ελάχιστη σε σχέση με τα μοσχεύματα του μυελού των οστών.

Ο χρόνος ανεύρεσης και παράδοσης ενός μοσχεύματος  του πλακούντα είναι μηδενικός όταν ήδη ο ασθενής έχει φυλάξει το μόσχευμά του, 3 εβδομάδες όταν αναζητείται από δημόσια τράπεζα, ενώ αντίστοιχα για τον  μυελό των οστών είναι 51 ημέρες1.     Ο χρόνος αυτός είναι πολύτιμος για την  πορεία της υγείας του ασθενούς, ο οποίος περιμένει το μόσχευμα.
Το σημαντικότερο μειονέκτημα από τη χορήγηση αυτών των βλαστοκυττάρων είναι ενδεχομένως ο μικρός αριθμός τους σε σχέση με το βάρος του ασθενούς. Για το λόγο αυτόν σήμερα χρησιμοποιούνται και επιπρόσθετες μέθοδοι διπλής συλλογής, όπου εκτός από τη λήψη με  παρακέντηση των αγγείων του ομφαλίου λώρου εφαρμόζεται ειδική επεξεργασία στον πλακούντα για τη λήψη του υπολοίπου που παραμένει μέσα σε αυτόν ή βρίσκεται σε πειραματική φάση κυτταρικός πολλαπλασιασμός. Tα τελευταία χρόνια χορηγούνται δύο ομφαλικά μοσχεύματα για να ξεπεραστεί το πρόβλημα του μικρού αριθμού σε σχέση με το βάρος των ασθενών.

Ποιοί είναι οι κίνδυνοι από την αυτόλογη και την αλλογενή μεταμόσχευση;
Στην αλλογενή μεταμόσχευση μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει μόσχευμα είτε από άγνωστο δότη, μέσω της δημόσιας τράπεζας, είτε από ιστοσυμβατό αδελφό. Στην περίπτωση που χρησιμοποιηθούν βλαστοκύτταρα από ιστοσυμβατό αδελφό τα ποσοστά επιβίωσης του αδελφού είναι πολύ υψηλότερα και  οι επιπλοκές πολύ λιγότερες 2,3,4 . Μεταμοσχεύσεις με βλαστοκύτταρα από άγνωστο δότη εμφανίζουν σε ποσοστό έως  45% φαινόμενα  απόρριψης τα πρώτα πέντε έτη, διότι παρά την εργαστηριακά τεκμηριωμένη  ιστοσυμβατότητα  το μόσχευμα τελικά δεν μπορεί να ενσωματωθεί στο σώμα του ασθενή 5. Όλοι οι ασθενείς μετά την αλλογενή  μεταμόσχευση συνεχίζουν να παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα για την προστασία των μοσχευμάτων από την απόρριψη. Είναι γνωστό ότι τα φάρμακα αυτά προκαλούν σοβαρές παρενέργειες σε πολλά όργανα.  Στις επιπλοκές της αλλογενούς μεταμόσχευσης αναφέρεται η εμφάνιση δερματικών κακοήθων όγκων, αλλά και άλλων όγκων επιθηλιακής  προέλευσης 6,  υπέρτασης και σακχαρώδους διαβήτη7.
 Στην αυτόλογη μεταμόσχευση υπάρχει 100% συμβατότητα του ασθενούς με τα βλαστοκύτταρά του και αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημα, αλλά συγχρόνως και μειονέκτημα στις θεραπείες των λευχαιμιών.  Ενώ ο κίνδυνος της απόρριψης είναι μηδενικός, εάν διαφύγουν της χημειοθεραπείας-ακτινοβολίας,  η οποία προηγείται  της μεταμόσχευσης, λευχαιμικά κύτταρα και εξακολουθήσουν να κυκλοφορούν στο σώμα του ασθενή, αυτά δεν αναγνωρίζονται ως ξένα κύτταρα και δεν καταστρέφονται  από τα κύτταρα του μοσχεύματος. Για το λόγο αυτό υπάρχει κίνδυνος αναζωπύρωσης της νόσου. Από την άλλη όμως πλευρά όσο πιο επιθετικό είναι ένα αλλογενές μόσχευμα προς τα υπολειπόμενα λευχαιμικά κύτταρα, τόσο είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος της απόρριψης είτε του μοσχεύματος, είτε των οργάνων του ασθενούς.  Το ιδανικό  βέβαια μόσχευμα θα ήταν αυτό που ταυτόχρονα έχει αντιλευχαιμική δράση, αλλά δεν προκαλεί απόρριψη.  Χρειάζεται  μια λεπτή ισορροπία μεταξύ των δύο ανοσοποιητικών συστημάτων, του δότη και του ασθενούς. Για το λόγο αυτόν σήμερα πολλές έρευνες στρέφονται σε μεθόδους  ενίσχυσης της αντιλευχαιμικής δράσης του μοσχεύματος με πολλαπλασιασμό των κυττάρων φυσικών φονέων, (Νatural Κiller Cells) του ομφαλοπλακουντιακού αίματος 8. Η μέθοδος αυτή  έχει το πλεονέκτημα οτι θα αυξήσει το όριο ηλικίας για τις αλλογενείς μεταμοσχεύσεις και  δεν θα απαιτείται ισχυρή χημειοθεραπεία πριν τη μεταμόσχευση.
Το 2010 δημοσιεύτηκε μια μελέτη από τον Τομέα Αιματολογίας του Πανεπιστημίου του Manchester Royal Infirmary της Αγγλίας από τον Daniel Howard Wiseman ο οποίος αναφέρει οτι το 30% των υγιών ανθρώπων μεταφέρουν στο αίμα τους προλευχαιμικούς κλώνους και το 24% ενεργοποιημένα γονίδια για το λέμφωμα.  25% των νεογέννητων φέρουν στο αίμα τους προλευχαιμικούς κλώνους αλλά μόνο το 1% των παιδιών θα αναπτύξουν στα επόμενα χρόνια λευχαιμία. Στα υπόλοιπα παιδιά οι προλευχαιμικοί κλώνοι σιγά-σιγά θα απομακρυνθούν από το σώμα τoυς, χωρίς επίπτωση στην υγεία τους. Το πλέον όμως σημαντικό από τη μελέτη αυτή είναι οτι το 5% των υποτροπών της λευχαιμίας μετά από αλλογενή μεταμόσχευση οφείλεται σε εμφάνιση της λευχαιμίας στα κύτταρα του δότη και όχι σε υποτροπή της αρχικής λευχαιμίας. To γεγονός αυτό εξηγείται από την παρουσία προλευχαιμικών κλώνων στο μόσχευμα, οι οποίοι και δεν εξετάζονται όταν γίνεται η μεταμόσχευση. Στις περιπτώσεις αυτές παρακολουθείται και ο δότης, εφ όσον είναι γνωστός,  διότι και ο ίδιος είναι πολύ πιθανόν να εμφανίσει την ανάλογη μορφή λευχαιμίας. Η ύπαρξη προλευχαιμικών κλώνων στο αίμα είτε του πλακούντα είτε  των ενηλίκων είναι μια πραγματικότητα. Κατά την κρυοσυντήρηση των βλαστοκυττάρων δεν γίνονται εξετάσεις για την ανίχνευση προλευχαιμικών κλώνων, ούτε στη δημόσια ούτε στην ιδιωτική φύλαξη, διότι τέτοιου είδους εξετάσεις δεν προβλέπονται από το νόμο.  Στην ιδιωτική φύλαξη επειδή τα βλαστοκύτταρα φυλάσσονται επώνυμα υπάρχει η δυνατότητα να εξεταστεί το μόσχευμα ως προς την ύπαρξη προλευχαιμικών κλώνων. Στη δημόσια φύλαξη επειδή τα μοσχεύματα φυλάσσονται ανώνυμα   ο δότης και τα βλαστοκύτταρά του δεν ταυτοποιούνται.  Εάν ο δότης προκύψει στο μέλλον να γίνει ασθενής, τα βλαστοκύτταρά του δεν μπορούν να εξεταστούν ως προς την ύπαρξη προλευχαιμικών κλώνων  επειδή φυλάσσονται ανώνυμα.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΛΙΑΚΟΣ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΒΙΟΧΗΜΕΙΑΣ

--------------------------------------------------------------------------------------------------------
                                                                      REFERENCES

  1. National Marrow Donor Program: 2009
  2. Ferra C et all 2010, Biol Blood Marrow Transpl 16 (7):957-66.
  3. Shaw PJ et al 2010, Blood 116 (19):400-15.
  4. Moore J et al 2007. Biol Bone Marrow Transpl 13(5):601-7).
  5. Smith R.A. et al 2009, Biol Blood Marrow Trans, 15:1086-1093.
  6. Navneet S Majhail et al 2011. Blood  Vol 117 (1):316-322.
  7. Naveet S Majhail et al 2009. Biol Blood Marrow Transp 15 (9):1100-1107.
  8. Boissel L et al 2008, Biol Bone Marrow Transp 14:1031-1038.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Ανθρώπινα κύτταρα του ομφαλίου λώρου νεογνών επιταχύνουν την επούλωση τραυμάτων σε διαβητικούς.

Ουάσιγκτον, 23 Φεβρουαρίου (ANI): Επιστήμονες από την Κορέα ανακάλυψαν ότι η μεταμόσχευση ανθρώπινων κυττάρων του ομφαλίου λώρου (derived endothelial progenitor cells EPCs) επιταχύνουν σε σημαντικό βαθμό την επούλωση τραυμάτων σε πειραματόζωα με διαβήτη. Ο διαβήτης σχετίζεται συχνά με διαταραχή της ικανότητας επούλωσης τραυμάτων , συμφωνά με τον συγγραφέα της μελέτης Wohnee Suh του CHA University Stem Cell Institute. « Τα EPCs παίζουν ρόλο στην επαναγγείωση τραυματισμένου ιστού και στην αποκατάσταση του ιστού. » δήλωσε ο Suh. «Τα τραύματα στους διαβητικούς που αντιστέκονται στην επούλωση σχετίζονται με μειωμένη ροη αίματος στην περιφέρεια και επίσης ανθίστανται στις υπάρχουσες θεραπείες. Τα φυσιολογικά τραύματα, δηλ αυτά χωρίς υποκείμενη παθολογία, επουλώνονται εύκολα, αλλά η δυσκολία επούλωσης των τραυμάτων διαβητικών μπορεί να αποδίδεται σε μεγάλο αριθμό παραγόντων όπως μειωμένη παραγωγή αυξητικών παραγόντων και ελαττωμένη επαναγγείωση»
Στην μελέτη οι ερευνητές μεταμόσχευσαν EPCs  σε μια ομάδα από πειραματόζωα στα οποία δημιουργήθηκαν τραύματα που σχετίζονται με διαβήτη και δεν πραγματοποίησαν μεταμόσχευση σε μια ομάδα έλεγχου. Παρατήρησαν ότι τα EPCs παρακίνησαν την επούλωση των τραυμάτων και αύξησαν την νεοαγγείωση στην πειραματική ομάδα.
«Η μεταμόσχευση των EPCs που προήλθαν από το αίμα του ομφαλίου λώρου ανθρώπινων νεογνών επιτάχυναν την σύγκλειση τραυμάτων στα διαβητικά ποντίκια από την πρώτη στιγμή  Οι ερευνητές βρήκαν ότι αυξητικοί παράγοντες και μικρές πρωτεΐνες που εκκρίνονται από ειδικά κύτταρα του ανοσοποιητικού  παράχθηκαν μαζικά σε περιοχές του τραυματισμένου δέρματος και συνεισέφεραν στην διαδικασία επούλωσης. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο τρέχων τεύχος του Cell Transplantation.

Ελενη Κολιακου, Ιατρος
Πηγή: Yahoo News

Human Umbilical Cord Blood Cells Aid Diabetic Wound Healing


Transplanting human umbilical cord blood-derived endothelial progenitor cells (EPCs) has been found to “significantly accelerate” wound closure in diabetic mouse models, a team of Korean researchers has reported.
Diabetes is often associated with impaired wound healing.
While the therapeutic potential of transplanted EPCs has been demonstrated in animal models and in humans who have suffered stroke, myocardial infarction and peripheral artery disease, their effect in healing stubborn wounds has not been studied to the same degree, said corresponding author Dr. Wonhee Suh of the CHA University Stem Cell Institute
“EPCs are involved in revascularization of injured tissue and tissue repair,” Suh said. “Wounds associated with diabetes that resist healing are also associated with decreased peripheral blood flow and often resist current therapies. Normal wounds, without underlying pathological defects heal readily, but the healing deficiency of diabetic wounds can be attributed to a number of factors, including decreased production of growth factors and reduced revascularization.”
The researchers, who transplanted EPCs into an experimental group of mice modeled with diabetes-associated wounds, but did not transplant EPCs into a control group, found that the EPCs “prompted wound healing and increased neovascularization” in the experimental group.
“The transplantation of EPCs derived from human umbilical blood cells accelerated wound closure in diabetic mice from the earliest point,” Suh said. “Enhanced re-epithelialization made a great contribution in accelerating wound closure rate.”
The researchers found that growth factors and cytokines (small proteins secreted by specific cells of the immune system) were “massively produced” at the wounded skin sites and contributed to the healing process.
“It remains unclear, however, which mechanism plays the dominant role in EPC-mediated tissue regeneration,” Suh said. “Further study is required since numerous studies have shown that the actual magnitude of EPC incorporation into the vasculature varies substantially from study to study.”

Source: http://www.stemcellresearchnews.com/